Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) V.

Η Ελλάς ως ιδέα, ήτο πάντοτε, είναι και θα συνεχίσει να είναι η ευγενεστέρα και πλέον αγαπητή. Μια ιδέα τόσον ισχυρή που κατόρθωσε όχι μόνον να εμπνεύσει την οικουμένην σε μίαν ιστορικήν στιγμήν κατά την οποίαν ο κόσμος εβρίσκετο προ αδιεξόδου, κυρίως πνευματικού αλλά και κοινωνικού και πολιτικού, αλλά είχε την δύναμιν, ερχόμενη από τα βάθη του χρόνου να αλλάξει τον κόσμον, να τον κάμει ευγενέστερον, και διατί όχι, καλλίτερον. Από την άλλη, η Ελλάς ως κράτος είναι το αρνητικόν της ίδιας της ιδέας της. Σχεδόν τίποτε από όσα εδημιούργησεν εις το παρελθόν και ενέπνευσαν τον σημερινόν κόσμον δεν κατάφερε μέχρι σήμερον να ενσωματώσει εις το σύγχρονον κράτος της, δια το οποίον οιοσδήποτε εξ υμών διαλογιζόμενος άνευ προκαταλήψεων εθνικών ή άλλων τινών, την σημερινήν του κατάστασιν, δεν δύναται παρά να αισθανθεί βαθείαν θλίψην. Η θλίψις αυτή γίνεται βαθυτέρα, την στιγμήν κατά την οποίαν ένας καθαρός νους προβάλλει εις το μέλλον την εικόναν του σημερινού κράτους. Εις τοιαύτην προβολήν δεν δύναται με όσην αισιοδοξίαν και αν οπλιστεί να δει παρά μόνον σκότος. 

Σήμερα εορτάζουμε μία μεγάλην και ιστορικήν νίκην. Εορτάζω κι εγώ όπως κάθε Έλλην έμπλεος χαράς και υπερηφάνειας κι όμως ανήσυχος όσον ποτέ. Η Ελλάς μαστίζεται από έναν ασίγαστον διχασμόν. Πράγματα που όφειλαν να την ενώνουν, όπως η γλώσσα, η ιστορία και ο πολιτισμός της, την χωρίζουν! Οι πολιτικοί της είναι είτε ανίκανοι, είτε εντολοδόχοι αλλοτρίων συμφερόντων. Η χαρά της νίκης δεν μπορεί να επισκιάσει την απαισιοδοξίαν μου δια το μέλλον της χώρας. Είθε ο Θεός να με διαψεύσει.” 

Το απόσπασμα αυτό από τις σημειώσεις του Ευάγγελου Λεβαντή, το ανέγνωσε ο φιλόλογος και ερευνητής Βύρων Λεβαντής, στην κηδεία δύο αδελφών: του Νικόλαου Λεβαντή, δολοφονημένου σε μια ενέδρα του στρατού, κατά τη διάρκεια ενός ακόμα εμφυλίου πολέμου, από τον αδελφό του Γεώργιο, ο οποίος μόλις αναγνώρισε το θύμα, και αφού αγκάλιασε και έκλαψε το νεκρό σώμα του αδελφού του, έστρεψε το όπλο κατά πάνω του και αυτοκτόνησε. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που η οικογένεια βρέθηκε όλη μαζί, πάνω από τον ανοιχτό τάφο των δύο αδελφών. Ενός τάφου, που εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σαν να ενταφίαζε και την οικογένεια, με την μακρόχρονη ιστορία της, μαζί με την χώρα. Εκεί, πάνω από τον τάφο δύο αδελφών, δύο θυμάτων ενός εμφυλίου που θα βύθιζε άλλη μια φορά στο σκοτάδι τη χώρα, γράφτηκε ο επίλογος μιας οικογένειας που ξεκίνησε από το όνειρο ενός νέου για μια άξια του ονόματος και της ιστορίας της ιδέα, για να τελειώσει μέσα σε έναν εφιάλτη.

Τέλος

3 σχόλια:

demetrat είπε...

Δεν μπορώ να σχολιάσω γιά τίποτα.Διάβασα από την αρχή την ιστορία του γένους σου.Στραβοστόμισα, και ησύχασα.
Γονυπετής σε παρακαλώ,μεγάλωσε λίγο τα γράμματα να τα τυπώσω να τόχω όλο μαζί , να το ξαναταϊστώ.
ελληνάκι μου.
δ

Ανώνυμος είπε...

Ένα υπέροχα γραμμένο ανάγνωσμα-τροφή για σκέψη, πολύ σκέψη και διαλογισμό. Συμπυκνωμένη η σύγχρονη ιστορία μας σε κάνει να δεις με άλλο μάτι τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας.

Υποκλίνομαι!

Μ.

ΔemΩΝ είπε...

Να είστε καλά κι οι δυο σας :)

(δ, στο έστειλα με μεηλ)