Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) IV.

Το επιθανάτιο χαμόγελο του Ευάγγελου Λεβαντή που σχηματίστηκε από τα τελευταία ευχάριστα νέα της νικηφόρας έκβασης του πολέμου του 1913 δεν ήταν αρκετό για να καλύψει την ανησυχία του για τα τεκταινόμενα στη χώρα. “...έμπλεος χαράς και υπερηφάνειας” έγραφε τις τελευταίες μέρες του “κι όμως ανήσυχος όσον ποτέ. Η Ελλάς μαστίζεται από έναν ασίγαστον διχασμόν. Πράγματα που όφειλαν να την ενώνουν, όπως η γλώσσα, η ιστορία και ο πολιτισμός της, την χωρίζουν! Οι πολιτικοί της είναι είτε ανίκανοι, είτε εντολοδόχοι αλλοτρίων συμφερόντων. Η χαρά της νίκης δεν μπορεί να επισκιάσει την απαισιοδοξίαν μου δια το μέλλον της χώρας.” Δυστυχώς, για αυτή την απαισιοδοξία του, που έγινε μάλιστα και επίκεντρο ειρωνικών σχολίων από τα μέλη της οικογένειας, που μέσα στη χαρά της νίκης δεν έβλεπαν παρά την “γεροντικήν μελαγχολίαν” που δεν άφηνε τον προπάτορα να γευτεί “ανόθευτον τον οίνον της χαράς” δεν άργησε καθόλου να επιβεβαιωθεί.

Αυτό το έθνος, που βίωσε έναν πρώτο εμφύλιο αμέσως μετά την ανεξαρτησία του, με τους ήρωες Καπεταναίους του να φαγώνονται μεταξύ τους, μετακινούμενοι πότε προς τους Φιλικούς και πότε προς τους Κοτζαμπάσηδες, έμελε να ζήσει και έναν διχασμό αμέσως μετά την πρώτη μεγάλη του νίκη, που ξεκίνησε με την παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους στη Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη και εν τέλει με την εκδίωξη του  ανεκδιήγητου Κωνσταντίνου Α΄ ύστερα από παρέμβαση των (ξένων) δυνάμεων της Αντάντ. Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Ευάγγελου Λεβαντή, η οικογένεια έπαψε να χασκογελά με την “γεροντικήν μελαγχολίαν” του προπάτορα και άρχισε ανοήτως να θαυμάζει τις προφητικές του ικανότητες. Ακολουθώντας την ενδημική μυωπία του Έθνους, που δεν μπορούσε να δει δυο μέτρα μακριά από την μύτη του, χάθηκε κι αυτή μέσ’ τον μικρόκοσμο που δημιουργούσε η πολωτική πολιτική των δύο ηγεμονικών παρατάξεων και διχάστηκε.
  
Μέχρι το ’22, ημερομηνία ορόσημο για τη σύγχρονη ιστορία της, η χώρα θα ζήσει μια δεκαετία πολέμων που θα λήξουν άδοξα με τη Μικρασιατική Καταστροφή, για να ακολουθήσει μια εικοσαετία, της πιο ανήσυχης ειρήνης που βίωσε ποτέ κράτος στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Πολιτική αστάθεια, ίντριγκες, δολοπλοκίες, οικονομικές ατασθαλίες και πραξικοπήματα επί πραξικοπημάτων, σημάδεψαν την περίοδο του ελληνικού μεσοπολέμου. Το έθνος διχασμένο όσο ποτέ πριν, εξαρτημένο όσο ποτέ πριν, οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια σε μια ακόμη τραγωδία. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα στις τραγωδίες, έπρεπε πριν να βιώσει τη χαρά άλλης μιας νίκης, να μεθύσει ακόμη μια φορά με την ψευδαίσθηση της δόξας, να βαπτιστεί μέσα στο φως ενός διάττοντος παγκόσμιου επαίνου, πριν βυθιστεί ξανά στο σκοτάδι.

Στο μεταξύ η οικογένεια, μετά τον θάνατο του προπάτορα και της αγαπημένης του γυναίκας που τον ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα, είχε μετακομίσει σχεδόν στο σύνολό της στην Αθήνα. Έχοντας προβλέψει την εξέλιξη, με τη συγκέντρωση όλων των εξουσιών και κατ’ επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην πρωτεύουσα, ο Ευάγγελος Λεβαντής είχε φροντίσει και αγοράσει τρεις μεγάλες κατοικίες στο ιστορικό κέντρο της πόλης, όπου και στέγασε την έδρα της εμπορικής επιχείρησης της οποίας ηγούνταν ο πρωτότοκος γιος του Ερρίκος, που ήταν κι ο πρώτος που μετακόμισε στην Αθήνα, ανοίγοντας το δρόμο για τους υπόλοιπους. Η κλασική διαδρομή των νέων μελών της οικογένειας ήταν Ζάκυνθος, Βενετία (για σπουδές) και μετά Αθήνα, όπου και  παρέμεναν εργαζόμενοι οι περισσότεροι στην οικογενειακή επιχείρηση. 

Εκεί, ξεριζωμένους απ’ το νησί τους στην Αθήνα, τους βρήκε αυτό το τεράστιο κύμα αυτοπεποίθησης, χαράς και περηφάνιας το ’40, εκεί και η ήττα, το σκοτάδι και η πείνα της γερμανικής κατοχής. Εκεί είδαν την όποια ευημερία τους να καταρρέει εν μία νυκτί, τα πολύτιμα αντικείμενα της οικογένειας να ανταλλάσσονται για λίγο λάδι, τα σπίτια και οι περιουσίες τους να περνάνε στα χέρια μαυραγοριτών (που λίγο αργότερα θα αποτελέσουν την μαγιά  της νέας, εκσυγχρονιστικής αστικής τάξης - τα ονόματα στα συμβόλαια αγοραπωλησιών είναι αδιάψευστα ντοκουμέντα - και των τραπεζιτών αυτού του κωμικοτραγικού κρατιδίου, για τη διάσωση των οποίων λίγες δεκαετίες αργότερα σύσσωμη η ελληνική κοινωνία θα αλυσοδεθεί στις τραγικές σελίδες ενός Μνημονίου εθελούσιας υποταγής στις νέες Δυνάμεις Κατοχής) για ένα κομμάτι ψωμί, συγγενείς και φίλους να πεθαίνουν από την πείνα, δυο μέλη της οικογένειας να βασανίζονται, ο ένας μέχρι θανάτου, από την Γκεστάπο· εκεί, στην Αθήνα, θα αντιμετωπίσουν άλλη μια φορά τα φίλα πυρά των συμμάχων που θέριζαν τα ανυπότακτα παιδιά “που τα είπαν αλήτες” και τον νέο Αυτοκράτορα Σκόμπυ να αποφασίζει για το σήμερα και το αύριο του προτεκτοράτου του, με τις δημοκρατικές μαριονέτες του Κέντρου και της Δεξιάς να χορεύουν στο ρυθμό της εθνικής σωτηρίας και την ανίκανη και λίγη ηγεσία της Αριστεράς να λιποτακτεί απέναντι στο ασήκωτο βάρος της Ιστορίας και τους ριψάσπιδες της Μέσης Ανατολής, με πρώτο και καλύτερο τον περιβόητο τυχοδιώκτη που αργότερα ονομάστηκε και Γέρος της Δημοκρατίας (ίνα πληρωθή άλλη μια φορά το ρηθέν πως την Ιστορία την γράφουν πάντα και σε κάθε εποχή πληρωμένες πένες που παρουσιάζονται με το βαρύγδουπο όνομα Ιστορικοί), να αναλαμβάνουν δράση “δια την σωτηρίαν της πατρίδος” - δηλαδή την διαιώνιση της υποτέλειάς της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: