Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) III.

 ...........................................................................................................................

  “...διατί το καράβι ήχε δέκα μπουένται ημέραις φερμένο εις την Πάτρα. Αμά μας έγραψε, επίγα και το ήπα τ’ αυθέντι μου του σιορ Βενετάντου και δεν ήθελε να το αγρικήσει εις κανέναν μόδον δια να παν της στερίας, μόνον σαν δεν ήθελαι ήβρε χίλες πρόφασες, πος είναι εις την στράτα φόβος από τους Αρβανίτες, από το άλο χιμόνος καιρός, που να παν...”

“Ο Μεγαλειότατος Βασιλεύς της Ελλάδος και ο Μεγαλειότατος Βασιλεύς των Γάλλων, αναγνωρίσαντες ότι βελτιώσεις δύναται να εισαχθώσιν εις την μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας συστηθείσαν ήδη Ταχυδρομικήν υπηρεσίαν, και θέλοντες να δώσουν νέαν κίνησιν εις τας μεταξύ των δύο τούτων Επικρατειών σχέσεις, απεφάσισαν να παρεισάξωσι τοιαύτας δια συμβάσεως προσθέτου εις την ήδη γενομένην κατά την 2 Ιανουαρίου 1838, Ταχυδρομικήν Σύμβασιν.”


......................................................................................

Χάρη στον φιλόλογο και ερευνητή της οικογενειακής μας ιστορίας, Βύρωνα Λεβαντή, γνωρίζουμε πως ο Ευάγγελος Λεβαντής, έχοντας λάβει κλασική παιδεία, και διαθέτοντας καλή γνώση της αρχαίας ελληνικής, βοηθήθηκε στην εκμάθηση της νέας ελληνικής από οικοδιδάσκαλο στην Βενετία, πολύ πριν πάρει το δρόμο για τη Ζάκυνθο. Είναι δε αρκούντως τεκμηριωμένο, πως ο δάσκαλός του, κάποιος ονόματι Ιωνάς Μακρύς, υπήρξε μαθητής του Γεώργιου Γενάδιου. Ίσως τα παραπάνω εξηγούν γιατί, τόσο στο περιβόητο σημείωμα που άφησε στους οικείους του, όσο και στις διασωθείσες εμπορικές του και άλλες επιστολές, μπορεί κανείς να διαπιστώσει, όχι απλά την ευχέρεια γραφής, αλλά και μια περίεργη εμμονή που θα ταίριαζε περισσότερο σε λογοτέχνη ή φιλόλογο, να διαμορφώσει, θα έλεγε κανείς ένα ύφος, που ενώ απείχε κατά πολύ από την απλή γλώσσα που συναντάμε π.χ. σε εμπορικές επιστολές, όπως αυτή που παραθέτω στο πρώτο απόσπασμα από πάνω, απέχει ταυτόχρονα και από την επίσημη γλώσσα, δείγμα της οποίας παραθέτω ως άνω, από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του 1844. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενά του (που πληθαίνουν κατά την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου κατά τη διάρκεια του οποίου η οικονομική δραστηριότητα του νησιού - και της οικογένειας - δοκιμάζεται, αφού σταματά το εμπόριο και η ναυτιλία, ενώ ταυτόχρονα φουντώνει η επιδημία της χολέρας),  διαπιστώνει πως έγραφε με ένα δικό του ύφος που είχε ως χαρακτηριστικό την αρμονική σύζευξη της λεγόμενης καθαρεύουσας, με αυτή που μιλούσε και έγραφε ο απλός, εμπορικός κυρίως, κόσμος.

Η αγάπη και η έγνοια του προπάτορα για την γλώσσα, τον οδηγεί στην συμμετοχή στην “Εταιρεία των φιλοθεάτρων” της Ζακύνθου, όπου υποστηρίζει με πείσμα το ανέβασμα έργων γραμμένων στην ελληνική, καθώς και ξένων θεατρικών έργων σε μετάφραση, όπου και συνδέεται φιλικά με τον Λουδοβίκο Μαρτζώκη, διευθυντή του Teatro dei parnassian. Ο Βύρων Λεβαντής υποστηρίζει πως το γεγονός ότι κι εκείνος είχε φοιτήσει στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης   στη Βενετία για λίγο μόνο, καθώς δεν άντεξε την αυστηρότατη πειθαρχία του σχολείου,  ακριβώς όπως και ο Διονύσιος Σολωμός, με τον οποίο γνωρίστηκε μέσω του Ερμάννου Λούντζη, έφερε κοντά τους δύο άντρες, που συναντιόνταν κατά τη διάρκεια εμπορικών ταξιδιών του Ευάγγελου Λεβαντή στην Κέρκυρα. Φαίνεται, σημειώνει ο Βύρων Λεβαντής, πως στις σπάνιες, λόγω της απόστασης που τους χώριζε συναντήσεις τους, ο Διονύσιος Σολωμός απολάμβανε την συζήτηση με τον Ευάγγελο Λεβαντή στα ιταλικά, γλώσσα που πολύ αγαπούσε, εκτιμούσε και κατείχε καλύτερα από την ελληνική ο ποιητής, ενώ ο προπάτορας της οικογένειας απολάμβανε τα ιδιόρρυθμα για την εποχή ελληνικά του ποιητή, που τον βοηθούσαν σε μια δική του προσέγγιση της γλώσσας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ήταν φυσικό, ακολουθώντας τον γλωσσικό διχασμό του ελληνικού έθνους, να διχαστεί και η οικογένεια καθώς μέσα στους κόλπους της αναπτύχθηκαν εκτός από ένθερμους δημοτικιστές και εξίσου ένθερμοι καθαρευουσιάνοι. Με λάβαρο τον (και προσωπικό φίλο του παππού όπως φρόντιζαν να τονίζουν) Διονύσιο Σολωμό οι μεν, και τον επίσης Ζακυνθινό Ανδρέα Κάλβο (τον οποίο λάτρευε και μελετούσε ο παππούς όπως φρόντιζαν κι αυτοί να τονίζουν) οι δε, συνήθιζαν να ερίζουν σε κάθε οικογενειακή συγκέντρωση. Την κατάσταση επιδείνωνε και το γεγονός πως ενώ ο Ευάγγελος Λεβαντής εκδήλωνε την αγάπη του για τον Σολωμό, μελετούσε με περισσότερο πάθος τον Κάλβο, τις “γλωσσικές ακροβασίες” του οποίου ενστερνίζονταν - κάτι που αποδεικνύεται από τα γραπτά του, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο ερευνητής Βύρων Λεβαντής.

Ο γράφων δεν γνωρίζει αν υπήρξε στην ιστορία αντίστοιχο σε σφοδρότητα παράδειγμα διχασμού ενός έθνους για τη γλώσσα, με αυτή που πήρε το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα. Ωστόσο κρίνει πως είναι άξιο επισήμανσης το γεγονός, πως γράφοντας ο προπάτορας για τα γεγονότα που συνέβησαν το 1903 στην Αθήνα, (αναφέρομαι στα “Ορεστειακά”, όπου μια παράσταση της Ορέστειας στη δημοτική από το Εθνικό Θέατρο έγινε αιτία να ξεσπάσουν βίαιες κι  αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ δημοτικιστών και των γλωσσαμυντόρων του Γ. Μιστριώτη, με αποτέλεσμα το θάνατο δύο ανθρώπων, αναβιώνοντας τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί με τη μετάφραση της Αγίας Γραφής από τον Αλέξανδρο Πάλλη - τα περιβόητα “Ευαγγελικά”) όπου συνέβη να τραυματιστούν δυο μέλη της οικογένειας που βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα, αναφέρεται σε έναν “υποβόσκων εμφυλιοπολεμικό διχασμό που τυραννά από γενέσεώς του το ελληνικόν έθνος”, προβλέποντας τα γεγονότα που θα συμβούν μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του με την παροιμιώδη φράση του: “... πολύ φοβούμαι πως σε κάποια χρονικήν στιγμήν και συγκυρία τούτος ο υποβόσκων εμφυλιοπολεμικός διχασμός θα εξελιχθεί σε αληθινόν πόλεμον, κατά τον οποίον ο αδελφός θα φονεύει αδελφόν σε τούτο το όμορφον και ανώριμον, ωσάν βρέφος αγαπητόν και κακομαθημένον, Έθνος.”

Οι θεοί εισάκουσαν την προσευχή του να μη ζει να το δει να συμβαίνει. Κι ήταν από αυτή την άποψη τυχερός, αν φέρει κανείς στο νου εκείνη την αποφράδα ημέρα, κατά την οποία ο Γεώργιος Λεβαντής σημάδευε εν αγνοία του και πυροβολούσε τον αδελφό του Νικόλαο, σε εκείνο τον δυσπρόσιτο ορεινό όγκο, τον άγνωστο και αφιλόξενο τόπο, όπου βρέθηκαν να πολεμούν, “για ένα πουκάμισο αδειανό” τα δυο αδέλφια.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω πως δεν έχω ξαναδιαβάσει κάτι ανάλογο, ούτε και κανένα άλλο ανάγνωσμα με έκανε ποτέ να θέλω τόσο πολύ να διαβάσω ξανά την ιστορία μας!!!

Respect

M.

Νάσια είπε...

Σύντομη ιστορία της Ελλάδας, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος. Και τόσο λυρικά γραμμένη!

ΔemΩΝ είπε...

Συνεχίζεται...

(άρα δεν ξέρω πόσο σύντομη θα είναι:) )

Σας ευχαριστώ και τις δυο...