Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Το επίμονο παράθυρο


Ήξερε πως είχε πεθάνει σε εκείνη την εκδοχή της ζωής του, μα στέκονταν επίμονα έξω απ’ την πόρτα της. Περίμενε ν’ ανοίξει ένα παράθυρο, συνήθως εκείνη την ώρα που ο ήλιος έγερνε πίσω απ’ το βουνό - ίδια στιγμή, πανομοιότυπη διαδρομή, αιώνες τώρα, ακόμα πριν κι απ’ την εποχή που όνειρο και πραγματικότητα ήταν ένα και ο κόσμος δεν είχε εκδιώξει βάναυσα την φαντασία από την σκέψη του. Έγερνε ο ήλιος πίσω απ’ το όρος αγκαλιά με τους μύθους του, χαμένους πια από καιρό, όπως και η αγάπη τους - αυτή όμως τώρα επίμονα πιο δυνατή καθώς είχε περάσει πλέον στον εσώτερο, αθάνατο χώρο της προσωπικής του μυθολογίας. Περίμενε.

Αν μπορούσες να τον ρωτήσεις θα σου έλεγε πως σε εκείνο το παράθυρο το 1943 ένα λευκό, δεκαπεντάχρονο  χέρι είχε αφήσει να πέσει γι αυτόν ένα μαντίλι. Ένα λευκό, αρωματισμένο μαντίλι που έτρεξε να το πιάσει τη στιγμή που η σφαίρα σφηνώθηκε αδυσώπητα στο κεφάλι του διαπερνώντας το αριστερό του αυτί - αυτό που ακουμπούσε πάντα στο ηχείο του μαντολίνου του για να διαπιστώσει οριστικά την αμετάκλητη αρμονία.

Αυτός περίμενε και γύρω η πόλη άλλαζε. Τα χαμόσπιτα, οι χωματόδρομοι, τα κάρα - ακόμη και το παράθυρο! - είχαν όλα συγκλονιστεί από μια βίαιη αλλαγή, αδιανόητη όμως σ’ εκείνον. Σήμερα ωστόσο, εκεί που αυτός έβλεπε το επίμονο παράθυρο, στο μικρό, μοναχικό διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου που της παραχωρήθηκε αντιπαροχή, εκείνη ψυχομαχώντας ετοιμαζόταν να βγει απ’ το όνειρο, έχοντας μετρήσει με τον συμβατικό τρόπο εξήντα οχτώ ολόκληρα χρόνια - που κατά βάθος, όπως ήδη πια γνώριζε (έστω κι αργά όπως συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο) δεν ήταν παρά όση η διάρκεια μιας ριπής του ανέμου. Περίμενε υπομονετικά καθώς εκείνη θα έφευγε απ’ το όνειρο, πριν πέσει στο άλλο όνειρο να την πιάσει απ‘ το χέρι, όπως τότε που έτρεξε για να πιάσει το μαντίλι. Ήλπιζε μόνο (μόνο να ελπίζει μπορούσε) πως δεύτερη σφαίρα γι αυτόν γραμμένη απ’ την μοίρα δεν είχε. Και περίμενε.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: