Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Εκμισθώσεις ιδεολόγων

Το ότι η μισθωτή εργασία είναι μια σύγχρονη μορφή δουλείας, δεν το έχω πει εγώ φυσικά. Το έχει πει ο Μαρξ, το έχουν γράψει αναρχικοί και σοσιαλιστές συγγραφείς και στοχαστές και το έχει τονίσει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο, ο Νίτσε:  “ Είναι ντροπή να πιστεύουμε ότι με μια υψηλότερη αμοιβή μπορεί να αρθεί η ουσία της αθλιότητάς τους , δηλαδή η απρόσωπη υποδούλωσή τους ! Είναι ντροπή να αφήνουμε να μας πείθουν με φλυαρίες ότι με μια επίταση αυτής της απροσωπίας , στο εσωτερικό της μηχανικής λειτουργίας μιας κοινωνίας , μπορεί να κάνει αρετή την ντροπή της δουλείας ! Ντροπή να έχει μια τιμή με αντάλλαγμα το να γίνεσαι βίδα αντί να μένεις πρόσωπο!..”

Ο λόγος που επέλεξα να παραθέσω εδώ το απόσπασμα του Νίτσε, αντί κάποιου άλλου, είναι ακριβώς διότι απεικονίζει επακριβώς το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία υπεισέρχεται ο μισθωτός: μετατρέπεται από πρόσωπο, σε βίδα. Ένα ακόμα εξάρτημα δηλαδή στα γρανάζια μιας καλοστημένης μηχανής. Δεν χάνει δηλαδή απλώς την ελευθερία του, πουλώντας όσο, όσο τον εαυτό του, αλλά μετατρέπεται από πρόσωπο, σε εξάρτημα - με ότι αυτό συνεπάγεται για την προσωπικότητά του και κατ’ επέκταση για το πνεύμα και τη διάνοιά του.

Ωστόσο, αν και η εξάρτηση, τόσο υλική, όσο και πνευματική, από την εργασία είναι για τον σύγχρονο δούλο τόσο μεγάλη, που αναπόφευκτα καθορίζει την προσωπικότητα και τον τρόπο σκέψης του (μια προσωπικότητα που βασίζεται στην αναντίρρητη αποδοχή της ανάγκης), ο ελεύθερος χρόνος που μετά από μακρόχρονους αγώνες κατάφερε να έχει στη διάθεσή του, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να είναι μια όαση όχι τόσο για τη σωματική του ξεκούραση, όσο για την εκγύμναση της διάνοιάς του, ώστε να καταφέρει να διατηρήσει ένα μέρος του προσώπου του, πριν αυτό μετατραπεί εξ ολοκλήρου σε βίδα. Αν και σπάνιο, τυγχάνει κάποτε ένας μισθωτός να υπάρχει και σαν πρόσωπο και όχι αποκλειστικά σαν βίδα. (Και φυσικά, αυτό αφορά αποκλειστικά τους απλούς εργαζόμενους και όχι τους “καριερίστες” οι οποίοι είναι μια ειδική κατηγορία αυτόβουλων δούλων.)

Αυτός ο λυτρωτικός και  ευλογημένος, αν και παράδοξος, διαχωρισμός της ζωής σε προσωπική και εργασιακή, που παρέχει σε κάποιους τη δυνατότητα να αναπτύξουν μια κάποια προσωπικότητα, δεν ισχύει για όσους έχουν εκχωρήσει τον εαυτό τους, έναντι μισθού, σε κοινωνικές οργανώσεις και κόμματα. Γιατί, ενώ ο απλός μισθωτός μπορεί ίσως, με πολύ κόπο και μόχθο και σκληρή και επίπονη προσπάθεια, να διαχωρίσει το πρόσωπο από τη βίδα, μοιράζοντας επώδυνα έστω τη ζωή του, μεταξύ εργασίας (ανάγκη) και προσωπικής ζωής, ο έμμισθος κομματικός είναι υποχρεωτικά και κατ’ αποκλειστικότητα, βίδα και εξάρτημα του κόμματος, ή της οργάνωσης που τον μισθοδοτεί. Διότι η σχέση του με την εργασία του είναι ταυτόχρονα και ανάγκη και θέληση. Είναι ταυτόχρονα υποδούλωση και ελεύθερη παραχώρηση. Είναι η πιο συνειδητοποιημένη και αυτόβουλη μετατροπή του ατόμου από πρόσωπο σε εξάρτημα - με αντιστοιχία σε αυτή του καριερίστα. Με λίγα λόγια, είναι η πιο πλήρης και απόλυτη αποπροσωποποίηση του ατόμου.

Το πολιτικό ον που εκχωρεί την κοινωνική του δράση έναντι αμοιβής (άρα απόλυτης εξάρτησης) σε ένα κόμμα, ή μια οργάνωση, παύει αυτόματα να είναι πολιτικό ον. Είναι ένας μισθωτός, υποχρεωμένος, όπως όλοι οι μισθωτοί, να ακολουθεί απαράβατα τους κανόνες και τους όρους λειτουργίας της εταιρείας-κόμμα. Για να είναι όπως λέμε “άξιος ο μισθός του”. Κάθε τι που κάνει, κάθε τι που λέει, ακόμα και κάθε τι που σκέφτεται, πρέπει να παράγει μια αξία. Αν, στην περίπτωση της ευρύτερης οικονομίας, ο στόχος είναι η παραγωγή οικονομικού κέρδους, στην περίπτωση των κομμάτων η έμμισθη δράση/εργασία οφείλει να παράγει κομματικό κέρδος. Αν και η γνωστή καραμέλα που πιπιλούν οι έμμισθοι κομματικοί όλων των αποχρώσεων είναι πως μοναδικός σκοπός της δραστηριότητάς τους είναι να παράγουν “κοινωνικό όφελος” δηλαδή κέρδος για την κοινωνία (αλλαγή, επανάσταση, εκσυγχρονισμός, βελτίωση συνθηκών, και χίλιες δυο άλλες ονομασίες του ίδιου σκοπού), στην ουσία πρωταρχικός σκοπός (και μοναδικό κριτήριο για τα κομματικά όργανα) είναι το κομματικό κέρδος.

Τι κάνει έναν μισθωτό να δέχεται ακόμα και απαράδεκτες συμπεριφορές και συνθήκες εργασίας; Η ανάγκη φυσικά. Και ταυτόχρονα, τα στενά περιθώρια που θέτει στο προϊόν που πουλά (το πρόσωπό του) η αγορά και η ζήτηση. Αν μπορεί να βρει κάπου αλλού να πουλήσει την πραμάτεια του, επιλέγει - περιορισμένα μεν αλλά επιλέγει - μεταξύ εταιρειών εκείνη με τις καλύτερες συνθήκες, τον καλύτερο μισθό, κλπ. Αυτή την, έστω απολύτως περιορισμένη επιλογή, δεν την έχει ο έμμισθος των κομμάτων. Τι θα κάνει εκμισθωμένος ιδεολόγος αν οι συνθήκες είναι κακές; Θα πουλήσει την ιδεολογία του στο επόμενο μαγαζί; Όχι. Θα παραμείνει εσαεί σκλάβος της ανάγκης ενός μισθού. Γιατί, αυτό που πάντα ξεκινά ως  εθελοντισμός και αυτόβουλη παραχώρηση, στο τέλος πάντα καταλήγει ως ανάγκη, όταν στην πορεία υπεισέρχεται ο βιοπορισμός.

Η πικρή αλήθεια είναι, πως κανείς δεν μπορεί να παίρνει στα σοβαρά τον λόγο ανθρώπων που έχουν εκχωρήσει το πιο πολύτιμο τμήμα της προσωπικότητάς τους - αυτό της κριτικής τους ικανότητας -, έναντι μισθού σε ένα κόμμα. Κανένας δεν μπορεί να υπολογίζει στον “ελεύθερο λόγο” ανθρώπων που περιμένουν κάθε μήνα το μισθό από τα ταμεία ενός κόμματος για να ζήσουν. Είναι σα να περιμένει από έναν πωλητή, που η ζωή του εξαρτάται από τα πόσα προϊόντα θα πουλήσει, να του πει την αλήθεια για την ποιότητα του προϊόντος που πουλάει!

Δεν υπάρχουν σχόλια: