Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Ο Δαίμων της ζέστης II.


Καταραμένη ζέστη - τρισκατάρατος τόπος

Το καλοκαίρι κάνει τα χείλη της να μισανοίγουν. Κόκκινα, σαρκώδη - δεν σημαίνουν και τίποτα οι λέξεις - χυδαία, με μια αθωότητα σατανική, διαβολική, όπως θες πέστην. Η ζωγραφική των λέξεων θα παραμένει πάντα αόριστη, πάντα ακαθόριστη, πάντα ελεύθερη. Φαντασία έχεις, δεν έχεις; Μπορείς να τη φανταστείς - σαν θεά, σαν παρθένα, σαν πόρνη. Είναι όλα μαζί και το καθένα χώρια, αρκεί οι στιγμές της να συμπέσουν με τις δικές σου. Αν είσαι τυχερός. Αλλιώς είναι απλώς ένας θηλυκός δαίμονας που περνά και διασταυρώνεται τυχαία μαζί σου και σε στοιχειώνει. Έτσι είναι. Υπάρχουν γυναίκες που σε στοιχειώνουν. “Το καλοκαίρι” έλεγε κάποιος “είναι θρήνος για τους παντρεμένους άντρες.” Μαζεύονται στις πλατείες, στα καφενεία, στα μπαράκια, στις παραλίες, κοιτάζουν τη γυμνή σάρκα, κλείνουν τα μάτια, αναστενάζουν. Λείες πλάτες, γυμνές κοιλιές, στήθη που από στιγμή σε στιγμή απειλούν να σπάσουν τα δεσμά των σουτιέν και αυθάδεις κώλοι: Εν κινήσει, σε στάση - κόλαση!

Το καλοκαίρι τα χείλη της ανοίγουν αδιάντροπα και ζητούν να δροσιστούν. Δεν ξέρεις αν θέλει να πιει νερό, ή να ρουφήξει αχόρταγα ένα φιλί. Παντρεμένοι, ξεπαντρεμένοι υπάρχουν άντρες που κάθε καλοκαίρι πετούν για όσο μπορούν τα άμφια. Ξεριζώνουν από τις καράφλες και τα γκρίζα μαλλιά τα φωτοστέφανα και επιστρέφουν στον Διόνυσο. Δεν τους αδικεί. Μήπως είναι τυφλός τάχα; Δεν βλέπει τα χείλη της που ζητούν να ξεδιψάσουν; Μήπως παύει κανείς έτσι ξαφνικά να είναι πηγή, να αναβλύζει; Κάθεται στο γραφείο της και τα πόδια της χύνονται στη μοκέτα σαν καταρράκτες· κυκλοφορεί στους διαδρόμους και οι γλουτοί της χορεύουν τον χορό του Ζαλόγγου· τον επισκέπτεται για ψύλλου πήδημα, σκύβει πάνω από το γραφείο του και τα στήθη της είναι έτοιμα να χιμήξουν κατά πάνω του - και κάθε φορά το φωτοστέφανο του προκαλεί μια θλιβερή φαγούρα στο κεφάλι. Θέλει να το ξεριζώσει, να το πετάξει, να αφήσει να φυτρώσουν τα κέρατα του Πανός, τα κέρατα του διαβόλου, το κέρατό του το τράγιο - οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό το καταραμένο φωτοστέφανο, αυτές τις καταραμένες χειροπέδες του μυαλού και του πόθου του, που του απαγορεύουν να απελευθερώσει από μέσα του την πηγή που ζητά να αναβλύσει και να ξεδιψάσει αυτά τα καταραμένα χείλη που πάνε κι έρχονται στο ξύπνιο και στον ύπνο του...

Εκείνη φεύγει κι αυτός μένει μόνος. Καταραμένο καλοκαίρι, σκέφτεται, καταραμένη ζέστη. Καταραμένος τόπος που γέννησε σειληνούς και σάτυρους και κατέληξε να δεθεί χειροπόδαρα με προτεσταντικές αλυσίδες. Φεύγοντας από το άδειο γραφείο του κοιτάζει με αηδία τον ήλιο κι αναπολεί την αγνότητα του χειμώνα - του κάθε χειμώνα - που παγώνει το μυαλό, τα πάθη και τα αισθήματα.

6 σχόλια:

X2 είπε...

Τι είναι αυτό πάλι; Δήλωση μετανοίας από τη Μακρόνησο; Πάμε καλά πρωί-πρωί; Πιο ηττημένο κείμενο δεν έχω συναντήσει...

ΔemΩΝ είπε...

προφανώς δεν τους έχεις συναντήσει ποτέ σου ε;

X2 είπε...

Ούτε να τους ξέρω δε θέλω...Εφιάλτης...:) Καλημέρα, Δέμων.

ΔemΩΝ είπε...

καλημέρα Χ2

εγώ πέφτω καθημερινά πάνω τους :)

Ανώνυμος είπε...

Έχω την εντύπωση πως θα ήταν πιο πλήρες αν ανέβαζες μαζί και το πρώτο (που μου άρεσε και πιο πολύ)

Μυρτώ

ΔemΩΝ είπε...

Πασαρέλα κειμένων θα το κάνουμε; :Ρ

καλημέρα (έχω πολλά νεύρα σήμερα)