Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Δρόμοι του Ύπνου

                                                            (Σαν σήμερα πριν είκοσι χρόνια κοιμήθηκε η Ιωάννα)

Μερικές φορές δεν ήξερε που να βάλει τα χέρια της - άναβε τότε ένα τσιγάρο κι ας την πρόδιναν τα τρεμάμενα δάχτυλα. Το βλέμμα σταθερό με όλα τα σκοτάδια μέσα του, κοιτούσε, κοιτούσε σα να προσπαθούσε να ρουφήξει όλο το κενό του κόσμου, στο κενό του κόσμου της. Άλλοτε πάλι γελούσε ξαφνικά κι απρόσμενα κι ήταν τόσο εμφανής η προσπάθεια να διώξει τους εφιάλτες της, που αν τύχαινε να είναι παιδιά κοντά της έκλαιγαν γοερά. Τις περισσότερες φορές πάντως έκλαιγε βαθιά μέσα της - τόσο βαθιά μέσα της, που απέξω γινόταν πέτρινη. Ήξερε που να βρει τη γαλήνη, μα το ανέβαλε· έκοβε και χάραζε απαλά το δέρμα στα μπράτσα, στους βραχίονες, παίρνοντας μικρές γεύσεις της γαλήνης που ονειρεύονταν πολλές φορές , ξανά και ξανά και ξανά - τα χέρια της είχαν γίνει ατέλειωτοι δρόμοι, ράγες σιδηροδρόμου, μεγάλες ακτογραμμές κι αεροδιάδρομοι ελευθερίας, που όλοι οδηγούσαν σε εκείνο το τελεσίδικο χάραγμα της φλέβας και της τελικής ευθείας προς τον ήρεμο, γαλήνιο ύπνο που χρόνια λαχταρούσε η άυπνη ψυχή της.