Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) II.

Οι πιο κοντινοί συγγενείς του Παντελή Βύρωνος, υποστήριξαν αργότερα πως η απόφασή του να πάει στη Επαναστατημένη Ρωσία το 1919 δεν ήταν άσχετη και με τα τότε τεκταινόμενα στη χώρα. Λένε δηλαδή πως η διαφαινόμενη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης να συμμετέχει στην πολεμική εκστρατεία των Συμμάχων κατά της Τουρκίας, έρχονταν σε σφοδρή σύγκρουση με τις πεποιθήσεις του, και καθώς ήταν σε στρατεύσιμη ηλικία, έφυγε για να αποφύγει την εμπλοκή του σε έναν πόλεμο με τον οποίο διαφωνούσε. Δεν έκανε όμως το ίδιο ούτε ο αδελφός του Ευάγγελος Βύρωνος, ούτε και ο πρώτος εξάδελφός του Νίκος Λεβαντής, που σκοτώθηκαν κι οι δυο στο μέτωπο, στην πρώτη μάχη του Ινονού τον Ιανουάριο του ’21, ο πρώτος και ένα χρόνο αργότερα, ο δεύτερος. Ίσως και να πρόκειται για τη γνωστή ειρωνεία της τύχης, ή καλύτερα της Ιστορίας, το γεγονός πως ενώ ο ένας αδελφός βρίσκονταν στη Ρωσία, βοηθώντας την επιτυχία της (αποτυχημένης αργότερα) Επανάστασης, ο άλλος έπεφτε από τα πυρά των νεότουρκων του Μουσταφά Κεμάλ, τον αγώνα των οποίων υποστήριζε και ενίσχυε οικονομικά η επαναστατική κυβέρνηση της Ρωσίας* - κι ίσως η Ιστορία να ήθελε να τονίσει ακόμη περισσότερο αυτή την ειρωνεία, φροντίζοντας ώστε η χαμένη μάχη του Αυγούστου του 1922 κατά την οποία έχασε τη ζωή του ο Νικόλαος Λεβαντής, να ξεκινήσει από ένα κωμικοτραγικό συμβάν: την ξαφνική απώλεια από δάγκωμα πιθήκου του νεαρού βασιλιά Αλέξανδρου του Α’ που είχε αρμονική συνεργασία με το Βενιζέλο - γεγονός που επέτεινε την πολιτική αστάθεια, που με τη σειρά της οδήγησε σε σειρά λανθασμένων ενεργειών, που κατέληξαν στην μεγάλη ήττα που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως Μικρασιατική Καταστροφή. 

Η μεγάλη οικογένεια του Ευάγγελου Λεβαντή - ή Άντζελο Λεβάντε - γαλουχημένη με τις ιδέες του προπάτορα, δεν έμεινε ποτέ αμέτοχη στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της νεοσύστατης χώρας. Όλα τα μέλη της αναμίχθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην πολιτική, κάποτε και σε αντίπαλα στρατόπεδα. Aν και στην μεγάλη της πλειοψηφία η οικογένεια συνδέθηκε με το Βενιζελικό κίνημα, από τις τάξεις της δεν έλειψαν ούτε οι φιλοβασιλικοί, με κορυφαίο τον Βασίλειο Καλιμανή, γιο της θυγατέρας του Ευάγγελου Λεβαντή Σταματίας, σύζυγο Ιωσήφ Καλιμανή, ο οποίος βρέθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού μεσοπολέμου πολύ κοντά στον Γεώργιο Κονδύλη. Εκτός από τον Παντελή Βύρωνος που όπως είδαμε δραστηριοποιήθηκε ενεργά στο εργατικό κίνημα, ένας ακόμα Λεβαντής, ο Αναστάσιος, που ζούσε στη Θεσσαλονίκη και εργαζόταν στη μικρή βιοτεχνία της οικογένειας της Σεφαραδίτισσας μητρός του Ραχήλ, το γένος Ρόζενστάιν, μετέπειτα Ροζάκη, συναναστρεφόμενος τους νεαρούς Εβραίους της Θεσσαλονίκης ήρθε σε επαφή με το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ), για να ακολουθήσει αργότερα τον διαγραμμένο ιδρυτή του, Αβραάμ Μπεναρόγια ακολουθώντας κι εκείνος ανεξάρτητη πορεία στα πλαίσια πάντα του εργατικού κινήματος, για να εκτοπιστεί αργότερα από τους Γερμανούς, στους οποίους παραδόθηκε από την κυβέρνηση Μεταξά μαζί με άλλους 2000 κομουνιστές, σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και χάνονται οριστικά τα ίχνη του.

Ωστόσο, ο τραγικός επίλογος στην ιστορική διαδρομή της οικογένειας που ακολούθησε κατά πόδας όλη την ιστορική διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού κράτους, θα γραφτεί λίγο αργότερα. Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στον γράφοντα, είναι η διαύγεια με την οποία προείδε ο προπάτορας Ευάγγελος το μέλλον της αγαπημένης του πατρίδας, όταν έγραφε σε εκείνο το περιβόητο σημείωμα  (για το οποίο πολλά χρόνια αργότερα ο φιλόλογος και ερευνητής της οικογενειακής μας ιστορίας Βύρων Λεβαντής θα σχολιάσει το περίεργο και πρωτοπόρο για την εποχή ύφος της γραφής που είχε στοιχεία της σύγχρονης καθομιλουμένης): “εάν η Ελλάς δεν κατορθώσει, λίαν συντόμως, να απαλλαγεί εγκαίρως από τα δεσμά των ξένων δυνάμεων, θα απολέσει δια παντός το δικαίωμα της υπάρξεώς της ως ανεξάρτητον, αυτοτελές και δημοκρατικόν κράτος, ανταλλάσσοντας την υποτέλειάν της εις την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν με μιαν άλλην, ισχυροτέραν, καθ‘ ότι κεκαλυμένη και υπουλοτέρα.”

........................................................................................
*Στο σημείο αυτό θεωρώ απαραίτητο να σημειώσω πως ο Παντελής Βύρωνος, παρότι έτρεφε μια μεγάλη αγάπη για την πατρίδα και τον λαό του - μια αγάπη που είχε εμφυσήσει μέσα του ο παππούς του και την οποία απέδειξε έμπρακτα όταν αργότερα εναντιώθηκε όπως είδαμε στις αψυχολόγητες και κτηνώδεις εκκαθαρίσεις των εθνικών μειονοτήτων (μεταξύ των οποίων και η ελληνική μειονότητα του Καυκάσου), στις οποίες επιδόθηκε το σταλινικό καθεστώς - αυτή η αγάπη δεν τον εμπόδισε καθόλου να δει την “Μικρασιατική Εκστρατεία” ως μια τυχοδιωκτική κίνηση του ελληνικού κράτους, υποκινούμενη από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και να σταθεί απέναντι, υποστηρίζοντας τον “αγώνα ανεξαρτησίας” των νεότουρκων. Για το αν αυτή η επιλογή ήταν σωστή ή λανθασμένη, ερίζει χρόνια τώρα η οικογένεια, με τους μεν να εκθειάζουν το υψηλό αίσθημα δικαίου που τον διακατείχε και τους δε να τον κατατάσσουν στους προδότες του έθνους.

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Σύντομη Ιστορία του Γένους (μου) I.

Την 1η Ιανουαρίου του 1523 ένας στόλος από πενήντα σκάφη απέπλευσε από το λιμάνι της Ρόδου προς άγνωστη κατεύθυνση. Πάνω τους επέβαιναν οι εναπομείναντες από τους εφτά χιλιάδες άντρες  που με επικεφαλής τον μάγιστρο Φίλιππο Βιγιέρο αποτελούσαν το τάγμα των Ιπποτών της Ρόδου, καθώς και τέσσερις χιλιάδες Ρόδιοι οι οποίοι προτίμησαν να ακολουθήσουν τους ηττημένους ιππότες, φεύγοντας μακριά από το νησί που παραδόθηκε στα θηριώδη ένστικτα των νικηφόρων στρατευμάτων του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, που κατέφθασε με τετρακόσια πλοία και διακόσιους χιλιάδες άντρες και πολιόρκησε τους Ιωαννίτες για έξι ολόκληρους μήνες, πριν τους υποχρεώσει σε μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση και φυγή.

Σε πολύ άσχημη κατάσταση, μετά από την εξάμηνη πολιορκία και τις κακουχίες του ταξιδιού, κατέπλευσαν τελικώς στην Μεσσήνη της Σικελίας. Εκεί, ενώ οι Ιππότες του Βιγιέρου σπαράσσονταν από ίντριγκες και διχόνοιες, καθώς εκείνη την περίοδο είχε ξεσπάσει ο πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας και τα μέλη του Τάγματος ήταν κυρίως Γάλλοι και Ισπανοί, οι περισσότεροι από τους Ροδίτες σκόρπισαν σε διάφορα τμήματα της Σικελίας. Καθώς οι πλείστοι αυτών μετέφεραν μαζί τους κάποια, όχι και τόσο ευκαταφρόνητη περιουσία, κατάφεραν να εγκατασταθούν εκεί και σιγά-σιγά απορροφήθηκαν οριστικά από το ντόπιο και τόσο συγγενικό προς αυτούς πληθυσμό. Με τα χρόνια, οι περισσότεροι ξέχασαν την καταγωγή τους και σήμερα οι απόγονοί τους ούτε καν θυμούνται πως κάποτε οι πρόγονοι τους κατέφθασαν κυνηγημένοι από τις ορδές του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς στο νησί τους, από την Ρόδο.

Σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, στις 21 Μαΐου του 1864, περίπου τρεις μήνες μετά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και του Βασιλείου της Ελλάδος, ανάμεσα σε αυτούς που πανηγύριζαν την ένωση της Ζακύνθου (και όλων των Επτανήσων) με την Ελλάδα, δεν συμπεριλαμβάνονταν ο Ευάγγελος Λεβαντής, ο οποίος με πικρία είχε ήδη προβλέψει πως τα όνειρα και οι ελπίδες του ίδιου και των συντρόφων του Ριζοσπαστών, που είχαν αγωνιστεί για μια ανατρεπτική και επαναστατική Ένωση με μιαν ανεξάρτητη και δημοκρατική Eλλάδα, θα προδίδονταν - μια πρόβλεψη που επαληθεύτηκε στις 5 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, οπότε το ΙΓ‘ Iόνιο Kοινοβούλιο υλοποίησε το σκοπό της σύγκλησής του, αποφασίζοντας πανηγυρικά την Ένωση με την Eλλάδα σε μία και αδιαίρετη πολιτεία υπό το συνταγματικό σκήπτρο του Γεωργίου A'.

Ο ίδιος άνθρωπος, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, εμπνευσμένος από την ελληνική επανάσταση,  και ακολουθώντας τα ίχνη της οικογένειας του πατέρα του, σε μια στιγμιαία παρόρμηση, διάβηκε τον μακρύ δρόμο που τον οδηγούσαν τα πολυκαιρισμένα έγγραφα που έλιωναν σε σκοτεινούς διαδρόμους παλαιών κτιρίων και βρέθηκε έκπληκτος να ταξιδεύει μέσα στις σελίδες κιτρινισμένων κρατικών εγγράφων, εμπορικών συμβολαίων και συμφωνητικών, από την Βενετία στην Νάπολη, από κει στην Μεσσήνη της Σικελίας και μετά στην Ρόδο, όπου τέλειωνε το δέντρο της οικογένειάς του και χάνονταν οι ρίζες του γένους του. Από εκείνη τη στιγμή μια λάμψη φώλιασε στα καταγάλανα μάτια του. Η λάμψη μιας περηφάνιας και μιας απόφασης. Αφού δήλωσε σε γνωστούς και φίλους, αγνώστους κι εχθρούς πως ο Άντζελο Λεβάντε δεν ήταν άλλος από τον μακρινό απόγονο ενός ωραίου Έλληνα, που με το όνομα  Ευάγγελος Λεβαντής σαλπάρισε την 1η Ιανουαρίου του 1523 μαζί με άλλους 3999 Ρόδιους για να γλιτώσει την οικογένειά του από τη σκλαβιά, άφησε την καθόλου ευκαταφρόνητη περιουσία και την ακμάζουσα εμπορική επιχείρηση της οικογένειας στην Βενετία στα χέρια του δευτερότοκου γιου και αδελφού του Ντελφίνο Λεβάντε και μετά από ένα μακρύ και επικίνδυνο για την εποχή ταξίδι, βρέθηκε στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο, όπου και επιδόθηκε σε έναν μακρύ και επίμονο αγώνα που είχε ως μοναδικό στόχο την επαναστατική και ανατρεπτική ένωση του νησιού και ολόκληρης της Επτανήσου με μια ανεξάρτητη και δημοκρατική Ελλάδα, άξια του μακρινού παρελθόντος της.

Ο ωραίος Ενετός, με τα μπλε μάτια και την βελούδινη φωνή, που διαλαλούσε με θέρμη και περηφάνια την ελληνική του καταγωγή, που απήγγειλε από μνήμης στίχους του Πινδάρου και  του Λουκιανού, μαζί με ολόκληρα αποσπάσματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και μάγεψε με τα μάτια και το λαούτο του τις ωραίες Ζακυνθινές, έγινε μέγας καρδιοκατακτητής, εραστής κι επαναστάτης, ώσπου στα σαρανταπέντε του έχασε πλήρως τα λογικά του τη στιγμή που γνώρισε την δεκαπεντάχρονη Αικατερίνη Βάδεν, πανέμορφη κόρη του εμπόρου Εμμανουήλ Βάδεν που ποθούσαν όλοι οι άντρες του νησιού, μερικών γυναικών μη εξαιρουμένων, και αλυσοδέθηκε οικειοθελώς μαζί της με τα δεσμά του γάμου, από τον οποίο απέκτησε εφτά θυγατέρες και τρεις γιους. Οι ωραίοι, αλλά και σκληροί θεοί της Ελλάδας του χάρισαν χρόνια πολλά, ώστε κατά τη διάρκεια των εκατόν δύο χρόνων που έζησε σε αυτή τη γη να γευτεί πολλές χαρές, εξ ίσου πολλές πίκρες, αλλά και την ανάμικτη πόνου και μεγάλης περηφάνιας εμπειρία να θάψει τον αγαπημένο του γιο, ως ήρωα εθελοντή που ηγούνταν των ελληνικών ομάδων της Επτανήσου που συνέδραμαν τους εξεγερθέντες Έλληνες της Κρήτης, το 1896, ένα χρόνο πριν το “Μαύρο 97” και την ταπεινωτική ήττα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.     

Ο Ευάγγελος Λεβαντής, πρόγονος εκ μητρός του γράφοντος, έκλεισε τα μάτια του με ένα πλατύ ευχαριστημένο χαμόγελο, αφού πρόλαβε να λάβει τα νέα της νικηφόρας έκβασης του πολέμου και την επικύρωση του διπλασιασμού της Ελλάδας από τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 17 Μαίου του 1913. Πέθανε στις 25 Μαίου του ίδιου έτους, αφήνοντας ένα σημείωμα στους γιους και τις θυγατέρες του, τα δεκατέσσερα εγγόνια του και τα οκτώ του δισέγγονα, όπου εξηγούσε πως το όνειρο που έζησε αυτά τα περιπετειώδη εκατόν δύο χρόνια, θα ολοκληρώνονταν όταν η αγαπημένη του πατρίδα που ανακάλυψε αρκετά μεγάλος για να την αγαπήσει “με πλήρην ωριμότηταν και με απόλυτον συνείδησην, αυτής της αγάπης”, θα γίνονταν πλέον ένα μεγάλο, ανεξάρτητο, δημοκρατικό κράτος, κατ’ εικόνα και ομοίωση του υπέροχου παρελθόντος της, ακολουθώντας τα βήματα “του συγχρόνου συνεχιστή εκείνης της λαμπράς περιόδου, τουτέστιν, της Γαλλικής Επαναστάσεως”.

Έξι χρόνια αργότερα, ο εγγονός του Παντελής Βύρωνος, γιος της θυγατρός του Ευριδίκης, στάθηκε  μπροστά στον τάφο του παππού Ευάγγελου πριν καλά-καλά χαράξει και του εκμυστηρεύτηκε πως ακολουθώντας τα βήματα του, ξεκινούσε κι εκείνος κρυφά το μεγάλο, ωραίο και επικίνδυνο ταξίδι του προς μια άλλη, καινούργια πατρίδα, που άνοιγε τις αγκάλες της στους απάτριδες όλου του κόσμου, στην καρδιά της ρωσικής στέπας.  Στις 21 Οκτωβρίου του 1919, ο εγγονός του ωραίου Ενετού, ακολουθώντας το περιπετειώδες και τυχοδιωκτικό ένστικτο του γένους του,  μπαρκάριζε κρυφά σε ένα σαπιοκάραβο που θα διέσχιζε τη Μαύρη Θάλασσα με προορισμό τη γη της δικής του Επαγγελίας, την Αγία Πετρούπολη και τη φωτιά μιας άλλης, εντελώς καινούργιας κι ελπιδοφόρας επανάστασης. Κανείς, ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να φανταστεί πως οι θεοί του παππού του θα τον εγκατέλειπαν στο τέλος της κρίσιμης πενταετίας μεταξύ 1936-1938 που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως η εποχή της Μεγάλης Εκκαθάρισης και θα τέλειωνε άδοξα τη δική του εποποιία, δολοφονημένος από το χέρι των ίδιων των συντρόφων του, για να δικαιώσει άλλη μια φορά αυτό το περίεργο πεπρωμένο που θέλει κάθε μεγάλη επανάσταση να συντρίβεται κάτω από την αδυναμία των ίδιων ανθρώπων που επιτέλεσαν το μέγιστο, υπεράνθρωπο έργο της ίδιας της Επανάστασης, να την συντηρήσουν και να την οδηγήσουν στην ολοκλήρωσή της. Η επιμονή με την οποία υπερασπίστηκε τους Έλληνες Πόντιους και η λυσσώδης αντίθεσή του με τις εκκαθαρίσεις στις οποίες προχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση, καθώς και η συμπόρευσή του με τους Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ, του χάρισαν το στίγμα του εχθρού της επανάστασης και έναν ταπεινωτικό θάνατο. Άφησε την τελευταία του πνοή μακριά από την πατρίδα του, οικτρά απογοητευμένος από το ίδιο του το όνειρο.